Η κραυγή της Σιωπής...

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
[mel]Δεν είναι όλα δικά μου δημιουργήματα σε αυτό το νήμα.
Ψάχνοντας σε κάποια Blog -τόσο παλιά,όσο και τώρα- έχω "κρατήσει" κάποια κείμενα τα οποία πραγματικά μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση.

Σε όσα έχω τον συγγραφέα θα τον γράφω απο κάτω..[/mel]
 
Τελευταία επεξεργασία από έναν συντονιστή:

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
*Αναπαραγωγή και Επιβίωση*

Κάθισε στο γραφείο της και άνοιξε τον υπολογιστή. Εδώ και κάποιες μέρες ένιωθε μία δυστοκία στην συγγραφή του πρώτου της πονήματος. Ένας από τους ήρωές της έμοιαζε λειψός. Έπρεπε να τον συμπληρώσει με συγκεκριμένα στοιχεία, αντίθετα μα και συνάμα συμπληρωματικά ως προς τον κυρίως χαρακτήρα της. Κάτι σαν το δίδυμο λίμνη με Νάρκισσος. Έψαχνε έναν Νάρκισσο, που θα αντικατόπτριζε το πρόσωπό του στη λίμνη μέχρι που θα πνιγόταν μέσα της. Ήθελε να φτάσει στο σημείο του πνιγμού ο ήρωάς της. Να τον κάνει να φτάσει στα όριά του. Να τον κάνει να δει τον ξεκάθαρο προορισμό του. Πίστευε στην κάθαρση μέσω της διαδικασίας της αποκαθήλωσης. Μέσω του δρόμου χωρίς γυρισμό.

Η Ηρώ πληκτρολόγησε τον κωδικό της στο facebook. Συνήθιζε να το αποκαλεί «πηγάδι των ευχών». Ένα μέρος με αστείρευτη ποικιλία χαρακτήρων και προσώπων. Έψαξε τα τελευταία post των φίλων της. Φίλοι κατ’ ευφημισμό, άγνωστοι οι περισσότεροι μεταξύ τους. Φίλος, φίλου από φίλο και το κουβάρι μεγάλο. Αποτυχία όμως. Τίποτα το διαφορετικό. Θα το άφηνε για αργότερα, μιας και δεν είχε να κάνει κάτι άλλο σήμερα.

Η ζωή της από την ημέρα που διαλύθηκε ο αρραβώνας της δεν περιείχε τίποτα το σημαντικό. Κάποιες διάσπαρτες εξόδους με συναδέλφους και συνεργάτες, επισκέψεις σε μουσεία με την κολλητή της που έκανε μεταπτυχιακό επάνω στην τέχνη του καμβά του 16ου αιώνα και παρακολούθηση συναυλιών φερέλπιδων νεαρών και νεανίδων με την μητέρα της στην αίθουσα του συλλόγου «Παρνασσός», εκεί απέναντι από τον Αη Γιώργη Καρύτση. Πέρα από όλα αυτά, πολύ κλεισούρα. «Καλόγρια θα καταντήσεις» η μόνιμη επωδός της μητέρας της. Δεν είχε όμως διάθεση για κάτι άλλο, μέχρι που ένιωσε την ανάγκη να αποτυπώσει σε χαρτί, λέξεις και σκέψεις που είχε από καιρό μέσα της.

Σαν ένα μελανοδοχείο γεμάτο με εκείνο το σκούρο υγρό των αναμνήσεων και των εμπειριών ένιωθε το μυαλό της, που είχε γεμίσει από περιστάσεις και καταστάσεις. Το μόνο που της έλειπε ήταν μία πένα να βουτήξει μέσα σε αυτό και να αρχίσει να γράφει ακατάπαυστα. Και να που αυτή η πένα βρέθηκε τελικά και να που τώρα η Ηρώ αποτυπώνει αυτά τα σημαντικά και ασήμαντα στιγμιότυπα. Τι παράξενο αλήθεια. Αυτή, που ποτέ της δεν είχε την τάση για συγγραφή, να ‘την τώρα να ψάχνει χαρακτήρες για το πόνημά της. Και με ιδιαίτερο θέμα, η αλήθεια είναι.

Καταπιανόταν με την έλξη και την απώθηση των δύο πιο βασικών ενστίκτων του ανθρώπινου είδους που κινούν αενάως αυτόν τον κόσμο: το ένστικτο της αναπαραγωγής και της επιβίωσης. Απίστευτη η προδιάθεσή της να καταπιαστεί με ένα τέτοιο θέμα. Φαίνεται τελικά, ότι ο αρχέγονος προορισμός της ως γυναίκα να αναπαραχθεί, την κυνηγούσε διαρκώς σαν ερινύα και δεν την άφηνε να ηρεμήσει το υποσυνείδητό της. Η επίδραση του οικογενειακού και φιλικού της περιβάλλοντος ήταν μεγάλη. Για όλους αυτούς, το γεγονός ότι ήταν ήδη 35 ετών, χωρίς οικογένεια και χωρίς παιδί θεωρούνταν αδιανόητο. Που να τους έλεγε δηλαδή ότι μέσα της δεν ένιωθε καν έτοιμη για ένα τόσο μεγάλο βήμα. Θα την είχαν στήσει στο εκτελεστικό απόσπασμα. Αναγκασμένη να φοράει πάντα την μάσκα της έτοιμης από καιρό γυναίκας και μάνας, έπρεπε να δημιουργήσει αντίβαρο στο φορτίο. Και η συγγραφή της το παρείχε.

Είχε φτάσει όμως σε αδιέξοδο. Ο χαρακτήρας που αντιπροσώπευε την «επιβίωση» κάπου χανόταν μέσα στην λαίλαπα της «αναπαραγωγής». Αυτή ποτέ δεν αντιμετώπισε πρόβλημα επιβίωσης. Μέσα στο οικείο πατρικό περιβάλλον της σιγουριάς και της γαλήνης, ποτέ δεν ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την διαφορετικότητα των ενστίκτων. Μόνο μέσα από περιγραφές που διάβαζε σε ρεπορτάζ δημοσιογράφων και ειδησεογραφικών πρακτορείων ή όταν η τηλεοπτική κάμερα αποτύπωνε εικόνες από μια ζωή διαφορετική από την δική της. Καμία ιδία επαφή. Ο γρίφος της φαινόταν άλυτος. Γι’ αυτό και η αναζήτηση «μέσα στο πηγάδι των ευχών» απαραίτητη.

Έκανε refresh στην σελίδα της στο facebook. Μία ανάρτηση της έκανε εντύπωση. Κάποιος Άρης είχε γράψει: «σε ένα κόσμο ανέραστο, μόνο τα αγάλματα σώνονται για να διαδίδουν τα πάθη που δεν τολμήσαμε να πούμε… και μόνο εκείνα μπορούν να ζουν, όταν όλοι εμείς οι υπόλοιποι έχουμε χάσει στο παιχνίδι της ζωής». Η φράση της έκανε εντύπωση. Μπήκε στο προφίλ του Άρη. Συμπαθητική φυσιογνωμία, ευγενικό πρόσωπο με βλέμμα ήρεμο και καθησυχαστικό. Ετών 27. Φοιτητής Καλών Τεχνών και με μελέτες επάνω στην μουσική και στο βιολί. “Αναπάντεχο και φυσικό συνάμα” σκέφτηκε.

“Λες εδώ να είναι ο προορισμός αυτού που ψάχνω;” ψιθύρισε και η φωνή της γέμισε το δωμάτιο. Πίστεψε ότι βρήκε την όψη της «επιβίωσης» πέρα από τα λογικά πλαίσια της καθημερινότητας, αλλά παράλληλα και μία «αναπαραγωγή» στο πρόσωπο του παλικαριού αυτού. Την «αναπαραγωγή» γενικά ή την «αναπαραγωγή» της ειδικά; Θα του έστελνε μήνυμα. Το έκανε χωρίς δεύτερη σκέψη.

Με το μυαλό της, άρχισε να πλάθει τον πιθανό διάλογο με το αγόρι για εκείνη, ίσως άντρας για κάποιες άλλες. Η ηλικιακή διαφορά τους δεν έδινε τα εχέγγυα για κάτι παραπάνω από μία απλή επαφή. Από μία απλή συνομιλία χωρίς περαιτέρω επιπτώσεις. “Πολύ συντηρητική σε βρίσκω Ηρώ μου” σκέφτηκε και ένα χαμόγελο διαγράφηκε στα χείλη της. “Λες να καταντήσω και ‘γώ σαν όλες εκείνες τις γυναίκες που αρέσκονται να επικοινωνούν και να κοινωνούν με νεώτερους, κατά πολύ, άντρες από αυτές;” συνέχισε την σκέψη της και το χαμόγελο παρέμεινε στα χείλη.

“Θα το ήθελε άραγε; It takes two to tango δεν λένε; Θέλει δύο το ταγκό, όπως και να το κάνουμε” επιβεβαίωσε στον εαυτό της. Και είχε περάσει καιρός που είχε να το χορέψει με κάποιον σύντροφο. Το πλήρωμα του χρόνου μπορεί να είχε φτάσει. Μέσω μιας αναζήτησης, μιας τυχαίας φράσης. “Τελικά, όλα στην ζωή δεν είναι στιγμές και στιγμιότυπα;”

Καμία απάντηση όμως δεν ερχόταν. Πέρασαν δυο, τρία λεπτά. Ξανάκανε refresh. Ο Άρης είχε βγει εκτός. Ένιωσε την καρδιά της να χτυπάει γρήγορα. “Μπα, χτυπάει και έτσι;” Πάτησε επανειλημμένα το πλήκτρο της ανανέωσης. Πουθενά το αγόρι. “Που να πήγε;”. Επανήλθε στα μηνύματα. Του έγραψε ένα «Έφυγες ξαφνικά και δεν μπορέσαμε να τα πούμε», ένα «Μου έχεις κάνει εντύπωση», ένα «Θα ήθελες να επικοινωνήσουμε περισσότερο;». Το έστειλε. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Άλλωστε, η αναπαραγωγή και η επιβίωση είναι ένστικτα ριζωμένα στο DNA μας. Χωρίς φτιασίδια και μάσκες. Δεν θέλουν δεύτερη σκέψη…

Γιώργος (γράφει ως Εραστής της Ζωής)
 
Τελευταία επεξεργασία:

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
*Ζωή την λέω…*

Αντιμέτωπος πάλι με ένα άσπρο χαρτί, με μόνο όπλο ένα στυλό και κάποιες ανέμελες και ακατάσχετες σκέψεις. ‘Μαθαίνω ξανά να περπατάω’ σκέφτομαι και ακουμπάω το στυλό επάνω στο χαρτί.
Στην αρχή ζωγραφίζω σχήματα. Άλλοτε κύκλους (‘ζωή είναι αυτή καρδιά μου’), άλλοτε παραλληλόγραμμα (‘μέσα σε τέσσερις τοίχους ζούμε’), άλλοτε γραμμές τεθλασμένες (‘σαν γράφημα της ζωής μας, μία πάνω μία κάτω, σε δουλειά να βρισκόμαστε’), ευθείες (‘δύσκολα να τις κρατήσεις’), καμπύλες (‘έτσι έχουμε μάθει να καμπυλώνουμε τις σκέψεις μας’). Κάπου-κάπου αφήνω μόνο τελείες (‘στίγματα επάνω στα κορμιά μας τα πάθη’).
Τα σχήματα αυτά δεν απεικονίζουν κάτι το συγκεκριμένο. Μόνο τον δαίδαλο που το μυαλό μου ορίζει. Σαν ένα κουβάρι μαλλί για πλέξιμο. Πριν το πάρει στα χέρια της η γριά-μοίρα και το ξεμπλέξει. Και το ορίσει. Και το γυρίσει στον τροχό της ζωής.
Πιάνω να γράψω κάποιες λέξεις. Περνάνε πολλές από το μυαλό μου. Δεν γράφω καμία. Δεν θέλω να αδικήσω καμία. Δεν βρίσκω εκείνη που θα την ορίσω αρχηγό. ‘Αρχηγός των λέξεων’. Καλός τίτλος για μία λέξη. Καλός τίτλος για λέξεις που ζητάνε αυτοεπιβεβαίωση. Τέτοιες πολλές όσοι και οι άνθρωποι που τις λένε, τις εκφέρουν.
Βρήκα μία. Την λένε ‘ζωή’. ‘Καλή φαίνεται’ σκέφτομαι και αρχίζω να πλέκω γύρω της μια ιστορία. Μικρή ζωή, καλή ζωή, αφόρητη ζωή, όμορφη ζωή, “ζωή που δεν μοιράζεται, είναι ζωή κλεμμένη”. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο μικρό ουσιαστικό. Τόσοι πολλοί επιθετικοί προσδιορισμοί για ένα τόσο ιδιαίτερο δώρο. Αγωνιώ στην σκέψη που θα καταλήξει η ιστορία μου. Προσπαθώ να την φτιάξω έτσι ώστε να έχει καλό τέλος. Όμορφο. Να συνάδει με τα όνειρα που κάνει ο καθένας μας για την ζωή του. Θαλπωρή, ηρεμία, γαλήνη. Χωρίς άσκοπες ανατροπές και ηθελημένα τέλματα.
Ορίζω την αρχή. Χρόνια παιδικά, χρόνια εφηβικά. Συνειδητοποίηση. Κάπου στην μέση φτάνω στο τώρα. Το παρατηρώ από άλλη οπτική γωνία. Την γωνία αυτού που αποτυπώνει και όχι την γωνία αυτού που βιώνει. Σίγουρα εκ του ασφαλούς. Λες και η ασφάλεια είναι για αυτούς που θέλουν να βιώσουν στο μεδούλι τους την ζωή. Με αφήνω να γράψω απερίσπαστος από τις βολεμένες σκέψεις μου. Μου βγαίνει ένας θυμός, μία άρνηση, μία πίκρα. Μου βγαίνει όμως και μια καλοσύνη, ένα χαμόγελο, μια γλυκύτητα. Σκέφτομαι εσένα προφανώς, δεν χρειάζεται να ψάξεις το γιατί.
Κοιτάω μπροστά. Προσπαθώ να προβλέψω τα μελλούμενα. Ποτέ δεν ήμουν καλός σε αυτό. Δεν έχω το κληρονομικό χάρισμα, που θα έλεγες χαριτολογώντας. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να βασίσω τις προβλέψεις μου στα δεδομένα του τώρα. Έχοντας γνώση του τώρα, μπορώ να έχω γνώμη για το αύριο. Δικές σου κουβέντες είναι. Το ξέρεις. Έτσι πράττω. Και βλέπω το τέλος που ήθελα να έχω στην ιστορία μου. Αποτυπώνω την θαλπωρή, την ηρεμία, την γαλήνη. Αποτυπώνω εμάς. Χωρίς πολλά λόγια…

Γιώργος (γράφει ως Εραστής της Ζωής)
 

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
Παρατηρήσεις “ιδίοις όμμασι”…

Αποτυπώνω, καταγράφω, διαγράφω, οργανώνω εικόνες που εμπίπτουν στην δικαιοδοσία του οπτικού μου οργάνου. Λαίμαργα καταβροχθίζω ανθρώπινες φιγούρες και γήινα τοπία, φτιαγμένα είτε μέσω της εξελικτικής διαδικασίας ενός αόρατου Θεϊκού χεριού είτε μέσω της ανθρώπινης πρόφασης για ένα καλύτερο αύριο.

Φιγούρες ανθρώπων καθημερινών, ανθρώπων της διπλανής ή παραδιπλανής πόρτας, που δεν έχω την ευχέρεια και το θάρρος να την χτυπήσω και να τους παρατηρήσω «ιδίοις όμμασι» στον υπόλοιπο χρόνο που διακόπτει τις διακοπές μου, που παρεμπιπτόντως είναι μακροβιότερος και δύσκολα αναστρέψιμος.

Και είναι τελικά αυτός ο χρόνος ο άχρονος που εμμένει να επιμένει ότι είναι πανδαμάτορας και αψεγάδιαστα τέλειος σε μία ατελή και συνάμα σύννομη ζωή. Ο μόνος νικητής απέναντι σε όλες τις ήττες μας…

Ο εραστής της ζωής.
 
Τελευταία επεξεργασία:

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
Προσωπικοί μύθοι…

Προσωπικοί μύθοι γένους αρσενικού, πτώσης ενικού και με επιπτώσεις σε πληθυντικό αριθμό…

Είμαστε τυμβωρύχοι ζωών, ελεγχόμενων μόνο για νομιμότητα και όχι για σκοπιμότητα. Ψάχνουμε μέσα σε τάφους σκοτεινούς να βρούμε το φως που θα μας οδηγήσει…

Κάναμε δειγματοληπτικούς ελέγχους ζωής που εγκρίθηκαν από το περιβάλλον μας και τους δικούς μας ανθρώπους, αλλά τα δείγματα κρίθηκαν εν τέλει ακατάλληλα, προς βρώσιν και προς πόσιν, από την ίδια την ζωή που ζήσαμε…

Αφήσαμε αναπνοές επάνω σε καρέκλες άβολες και γραφεία ασφυκτικά. Όταν έφτασε η ώρα να τις χρησιμοποιήσουμε για να ξεφύγουμε από το τέλμα, συνειδητοποιήσαμε ότι μας είχαν απομείνει μόνο εκείνες που ήταν προαπαιτούμενες για να συνεχίσουμε να ζούμε…

Ο έρωτας και η μοναξιά, τελικά, έχουν την ίδια ρίζα. Εκείνη που εμείς ποτίζουμε με κάθε δάκρυ που κυλάει όταν οι αναμνήσεις δίνουν την θέση στη ζωή μας…
 

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
*Μια διαδρομή*

Επιβιβάζομαι.
Βάζω τα ακουστικά στα αυτιά μου και πατάω το play του mp3. Κοιτάω έξω από τα παράθυρα του βαγονιού. Μία μαύρη διαδρομή ξεκινάει με ταχύτητα. Το βλέμμα δεν μπορεί να εστιάσει σε κάτι τόσο γρήγορα κινούμενο. Κι’ όμως. Υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω. Ακίνητος ή κινούμενος. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει μόνο η αδυναμία εστίασης. Σημασία έχει η απροσδιοριστία της αίσθησης που δεν μπορεί να επεξεργαστεί δεδομένα.
Αφήνω το βλέμμα μου να περπατήσει εντός του βαγονιού. Συναντάω δύο γυναικεία μάτια. Μαύρα εκείνα σε πρόσωπο άσπρο. Έντονα. Με εκείνο το μαύρο της νύχτας που σε ρουφάει και σου απομυζεί την ζωή. Και αυτά τα μάτια όμως δεν εστιάζουν πουθενά, καταλαβαίνω. Είναι και αυτά χαμένα σε σκέψεις και αποτραβηγμένα από την πραγματικότητα. Δεν μου δίνουν σημασία. Τα προσπερνώ αντί να τα διαπεράσω. Κλείνω τα δικά μου και μηδενίζω την σκέψη.
Ο ρυθμός του τραγουδιού που ακούγεται στα αυτιά μου είναι αργός. Τέμπο μελαγχολικό. Κατά ένα περίεργο τρόπο, μου φτιάχνει την διάθεση η μελαγχολία αυτή. Αφουγκράζομαι το βουητό του συρμού που χρησιμοποιεί το κορμί μου για ηχείο. Ρυθμικό και μονότονο. Λες και προσιδιάζει με τις ζωές που μεταφέρει.
Η μεταλλική φωνή της εκφωνήτριας σπάει τον ειρμό των σκέψεων και διαπερνάει οποιονδήποτε άλλο ήχο. “Επόμενη στάση Πανεπιστήμιο – Next Station Panepistimio”. Εδώ κατεβαίνω. Εδώ φτάνω στο τέρμα.
Ο συρμός φτάνει στον προορισμό και αποβιβάζομαι. Μαζί μου και δεκάδες άλλα ζευγάρια ματιών. Κοιτούν μπροστά, αφηρημένα και αφημένα. Ζωές ταχέως κινούμενες προς άλλους προορισμούς, προς άλλες επιβιβάσεις και αποβιβάσεις. Βγαίνω στην επιφάνεια από τις κυλιόμενες σκάλες. Ο ψυχρός απογευματινός αέρας χτυπάει τα ρουθούνια μου και παγώνει την σκέψη μου.
Μπαίνω σε ένα καφέ και παραγγέλνω έναν cappuccino. Αντιστάθμισμα στην παγωμένη σκέψη. Πίνω μια γουλιά και αλλάζω τραγούδι στο mp3. Μένουν πια μόνο οι σκέψεις του στιχουργού. Εγώ, πουθενά.
Φτάνω στον προορισμό μου…

(Ο εραστής της ζωής)
 

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
Εργασιακή βορά…

Βαρέθηκα να ακούω τις εργαζόμενες μητέρες να σέρνουν στον εργασιακό διάβα τους, τα κατορθώματα, τις αρρώστιες, τα προτερήματα και τα ελαττώματα των παιδιών τους, σαν παράσημα της δικής τους άγονης ζωής. Με λόγια παχιά και πλατιά, όπως ποτέ δεν μίλησαν για τον δικό τους εαυτό ή για τον σύντροφο της ζωής τους.

Όχι. Δεν έχω κάτι προσωπικό εναντίον τους. Ίσα-ίσα. Τις αγαπώ και τις σέβομαι όλες. Και πάνω απ’ όλα τις θεωρώ τυχερές και ευλογημένες γιατί μπόρεσαν να κυοφορήσουν μία ζωή στα σπλάχνα τους. Μπόρεσαν να συμμετάσχουν, ψυχή τε και σώματι, στην δημιουργία της ζωής. Στην συνέχεια του κόσμου. Στην διαιώνιση του είδους.

Όμως, καμία συλλογική σύμβαση εργασίας ή ιδιωτικό συμφωνητικό δεν μου υπαγορεύει ότι στον εργασιακό μου χώρο θα είμαι αναγκασμένος να ακούω όλα αυτά τα γλυκανάλατα σχόλια για τα καμάρια της καθεμιάς.
Και από την άλλη, ρώτησαν ποτέ αυτά τα καμάρια αν θέλουν η προσωπική τους ζωή να γίνεται βορά στα αδηφάγα αυτιά του καθενός συναδέλφου, όσο καλοπροαίρετος και αν είναι;

(O εραστής της ζωής)
 

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
Ανάμνηση πραγματικότητας…

Αφενός τυχαία, εντέχνως μοιραία. Κάπως έτσι σε φαντάστηκα μέσα στην άχλη του ονείρου μου. Όταν ξαπλωμένος σε ένα διπλό κρεβάτι ονειρεύτηκα όλες εκείνες τις στιγμές της πλήρωσης, που έγιναν πλάι σου στιγμές εκπλήρωσης. Και έμεινες εκεί, μέσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, να ζεις έναν έρωτα, αντίγραφο πίνακα αναγεννησιακού ζωγράφου, απόμακρη και κοντινή, έρωτά μου.

Όργωσα το μυαλό μου με την προδότρα σκέψη μου που σε ακολουθούσε. Δεν σε άφηνα στιγμή. Μου άρεσε να είσαι εκεί. Μου άρεσε να σε ζω σε μία μη πραγματικότητα. Έξω από καθετί συμβατικό. Σαν μία ανολοκλήρωτη εικόνα που μόνο το περίγραμμά της σχηματίζεται.

Κι’ όταν έφτασε η στιγμή του αποχωρισμού, στάθηκες ακίνητη μπροστά μου. Το πρόσωπό σου φωτίστηκε και στα μάτια σου φάνηκαν δύο σταγόνες βροχής. Δεν τις κατάλαβα, παρά μόνο όταν έσταξαν επάνω στα χέρια μου. Τις έφερα κοντά στο στόμα μου και τις γεύτηκα. Έτσι ένοιωσα πόσο πικρή μπορεί να είναι η θλίψη.

Δεν έφερα αντίσταση. Σε άφησα να φύγεις χωρίς κουβέντα. Χωρίς λόγια. Το ξέρεις ότι πάντα άφηνα τις εικόνες να γεμίζουν τον λεκτικό χώρο ανάμεσά μας. Έτσι έκανα και τώρα. Οι εικόνες πάντα αφήνουν καλύτερη ανάμνηση. Πίστεψέ με…
 

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
Εσωστρέφεια…

Περίοδος σημαντικών αλλαγών στη ζωή μου. Τις αποζητούσα από καιρό. Και τις δέχτηκα με χαρά.
Χρόνος δικός μου λιγοστός. Δεν περισσεύει καθόλου. Ίσα-ίσα, δανείζεται διαστήματα από εκεί που δεν υπάρχει. Και μετατρέπεται σε ελλειμματικό. Και μετατρέπεται σε ελλειπτικό. Σαν ένα σχήμα που προσπαθεί να βρει τον άξονα συμμετρίας του για να μπορέσει να δείχνει ελκυστικό στα μάτια μου. Αδύνατο μου μοιάζει.
Και κοιτάω μέσα μου. Να βρω τις περιόδους που ο χρόνος μου έφτανε για να γεμίζω τις προσωπικές μου εσωστρεφείς αναζητήσεις. Και παίρνω δύναμη όταν ανακαλύπτω αυτές τις περιόδους. Και παίρνω ανάσα όταν ευελπιστώ ότι όλα θα αλλάξουν και θα μπουν σε ρυθμούς γνώριμους και αποζητούμενους.
Και λέω στον εαυτό μου ότι όλα θα επιστρέψουν στα γνώριμα λημέρια. Εκεί που ο χρόνος θα δουλεύει για μένα και όχι εγώ για τον χρόνο…
 

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

του Γιάννη Φαρσάρη


Από μικρός έβλεπε πολλά όνειρα. Από μικρός δεν πίστευε στα όνειρα. Τώρα, μεγάλος πια, εξακολουθεί να βλέπει πολλά όνειρα. Τώρα, μεγάλος πια, εξακολουθεί να μην πιστεύει στα όνειρα.

Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν φοιτητής. Τα τελευταία τρία χρόνια ξυπνούσε αργά το μεσημέρι. Ξενυχτούσε μέχρι πρωίας χωρίς λόγο και αφορμή. Το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν ξενυχτούσε διαβάζοντας. Το να ξενυχτήσει διαβάζοντας για τη σχολή ήταν λόγος και αφορμή. Κι εκείνος δεν χρειαζόταν ούτε λόγο ούτε αφορμή για να ξενυχτάει.

Ήταν όμορφο αγόρι. Του άρεσε να κάνει μόνιμους δεσμούς με όμορφα κορίτσια. Και στα όμορφα κορίτσια άρεσε να κάνουν μόνιμο δεσμό μαζί του. Σε ποιο κορίτσι – όμορφο ή άσχημο – δεν αρέσει να κάνει μόνιμο δεσμό με ένα όμορφο αγόρι που του αρέσουν οι μόνιμοι δεσμοί.

Τα πήγαινε πολύ καλά με τις φίλες των όμορφων κοριτσιών με τα οποία είχε μόνιμο δεσμό. Δεν τις έβλεπε ερωτικά, μόνο φιλικά. Άλλωστε οι περισσότερες ήταν άσχημες και σ’ εκείνον άρεσε να κάνει μόνιμο δεσμό μόνο με όμορφα κορίτσια. Σχεδόν πάντα όλες οι φίλες των όμορφων κοριτσιών είναι άσχημες.

Από μικρός αγαπούσε τις μεγάλες μηχανές. Τώρα ήταν μεγάλος και καβαλούσε μια μεγάλη μηχανή. Του άρεσε να ανεβάζει τις όμορφες κοπέλες στη μεγάλη μηχανή και να πατάει γκάζι. Και στις όμορφες κοπέλες άρεσε να ανεβαίνουν στη μεγάλη μηχανή. Ήταν όμορφος, είχε μεγάλη μηχανή και του άρεσαν οι μόνιμοι δεσμοί. Οι όμορφες κοπέλες δεν χρειάζονταν τίποτα παραπάνω.

Εκείνο τον καιρό το όμορφο αγόρι δεν είχε μόνιμο δεσμό. Έβλεπε πολλά όνειρα, ξυπνούσε αργά το μεσημέρι κι έκανε βόλτες με τη μεγάλη μηχανή. Με τα όμορφα κορίτσια, που κατά καιρούς είχε μόνιμο δεσμό, δεν μιλούσε. Μιλούσε όμως συχνά με τις άσχημες φίλες των όμορφων κοριτσιών.

Τη συγκεκριμένη μέρα ξύπνησε αργά το μεσημέρι, έχοντας δει πολλά όνειρα. Καβάλησε τη μεγάλη μηχανή και πήγε στη σχολή να πιει καφέ. Χαιρέτησε ανόρεκτα – δεν είχε πιει καφέ ακόμα – όποιον ήξερε και κάθισε να πιει καφέ. Όλοι όσοι χαιρέτησε του είπαν πως τον ψάχνει απεγνωσμένα μια άσχημη φίλη ενός όμορφου κοριτσιού με το οποίο παλιότερα είχε δεσμό. Η πρώτη γουλιά καφέ δεν τον βοήθησε να σκεφτεί τι μπορεί να τον ήθελε η άσχημη φίλη.

Συνέχισε να ρουφάει γουλιές καφέ για να ξυπνήσει και να σκεφτεί τι μπορεί να τον ήθελε η άσχημη φίλη. Δεν πρόλαβε να ξυπνήσει και να σκεφτεί γιατί φάνηκε από μακριά αλαφιασμένη η άσχημη φίλη. Μόλις τον εντόπισε άρχισε να τρέχει προς το μέρος του γεμάτη αγωνία. Μια άσχημη κοπέλα που τρέχει γεμάτη αγωνία, ιδρώνει και φαίνεται ακόμα πιο άσχημη. Η φίλη της με την οποία είχε παλιότερα μόνιμο δεσμό ήταν πανέμορφη.

«Είσαι καλά;», τον ρώτησε ξεφυσώντας. Την κοίταξε παραξενεμένος. Η άσχημη φίλη ενός όμορφου κοριτσιού με την οποία είχε παλιότερα μόνιμο δεσμό τον έψαχνε αλαφιασμένη να τον ρωτήσει αν είναι καλά.

«Είμαι καλά», της απάντησε πίνοντας την τελευταία γουλιά καφέ. Παρότι ο καφές τον είχε βοηθήσει να ξυπνήσει, πάλι δεν μπορούσε να σκεφτεί.

«Είδα ένα άσχημο όνειρο», συνέχισε εκείνη με σιγανή φωνή.

«Δεν πιστεύω στα όνειρα», την διέκοψε εκείνος.

«Είδα ένα πολύ άσχημο όνειρο με σένα πρωταγωνιστή», επέμεινε εκείνη ασθμαίνοντας.

«Δεν πιστεύω στα όνειρα», επανέλαβε εκείνος αδιάφορα.

«Είδα στο όνειρο ότι σκοτώθηκες με τη μεγάλη μηχανή», του αποκάλυψε ταραγμένη.

«Δεν πιστεύω στα όνειρα», επέμεινε εκείνος μονότονα.

«Είδα ότι τράκαρες μ’ ένα μαύρο αυτοκίνητο», συνέχισε εκείνη αγνοώντας τον.

«Θα έρθεις να πάμε μια βόλτα με τη μεγάλη μηχανή;», ύψωσε τον τόνο της φωνής του το όμορφο αγόρι.

«Σε παρακαλώ, μην ανέβεις σήμερα στη μεγάλη μηχανή! Από το πρωί σε ψάχνω να σου το πω», του εξήγησε με ορθάνοιχτα μάτια.

«Ανέβηκα ήδη στη μηχανή για να έρθω εδώ. Και θα ξανανέβω όταν φύγω από δω. Σου είπα ότι δεν πιστεύω στα όνειρα», την αγνόησε.

«Σε ικετεύω, μην ανέβεις σήμερα στη μηχανή! Θα νιώθω τύψεις μια ολόκληρη ζωή αν πάθεις κάτι», τον παρακάλεσε σφίγγοντάς του τα χέρια.

«Αν πάθω οτιδήποτε δεν θα φταίει το όνειρο. Ο δρόμος θα έχει λάδια», την κορόιδεψε.

Εκείνη χαμήλωσε το κεφάλι και σωριάστηκε σε μια καρέκλα. Το απόκοσμο βλέμμα της τον αγρίεψε. Δεν πίστευε στα όνειρα και δεν είχε σκοπό να αρχίσει να πιστεύει τώρα. Κι όμως εκείνη καθόταν απέναντί του δακρυσμένη και τον ικέτευε να πιστέψει στο όνειρό της. Θύμωσε με την ιδέα πως ο φόβος του θανάτου θα τον έκανε να πιστέψει στα όνειρα. Αν ήθελε να πιστέψει στα όνειρα θα το έκανε από μόνος του. Άλλωστε είχε δει και πολύ καλύτερα όνειρα και δεν τα είχε πιστέψει.

Πίστευε στους μόνιμους δεσμούς, όχι στα όνειρα. Μια άσχημη φίλη μιας όμορφης κοπέλας που είχε παλιά μόνιμο δεσμό, του ζητούσε σθεναρά να πιστέψει στο όνειρό της. Θύμωσε περισσότερο. Μια άσχημη φίλη μιας όμορφης κοπέλας που είχε παλιά μόνιμο δεσμό δεν είχε το δικαίωμα να του ζητάει να πιστέψει στο όνειρό της. Σηκώθηκε φορτισμένος. Η σκόνη του θανάτου είχε λερώσει τον ώμο του. Την τίναξε μακριά με το χέρι του και κατευθύνθηκε στη μεγάλη μηχανή του. Την έβαλε μπροστά και καθώς μάρσαρε ανατρίχιασε. Αν πίστευε στο όνειρο της άσχημης φίλης έπρεπε να κατέβει αμέσως από τη μηχανή. Εκείνος όμως δεν πίστευε στα όνειρα και δεν ήθελε με τίποτα να αρχίσει να πιστεύει.

Έβαλε ταχύτητα και πάτησε γκάζι. Δεν ήθελε με τίποτα να αρχίσει να πιστεύει στα όνειρα. Πάτησε κι άλλο γκάζι. Οδηγούσε επικίνδυνα. Σύμφωνα με το όνειρο της άσχημης φίλης ήταν το τελευταίο του ταξίδι. Πάτησε κι άλλο το γκάζι. Δεν πίστευε στα όνειρα. Σύμφωνα με το όνειρο της άσχημης φίλης ένα μαύρο αυτοκίνητο κάπου καραδοκούσε να τον βάλει από κάτω. Γύρω του δεν έβλεπε κανένα μαύρο αυτοκίνητο. Πάτησε κι άλλο το γκάζι. Ένα μαύρο αυτοκίνητο ξεπρόβαλε στα δεξιά του έτοιμο να του κλείσει το δρόμο. Ένα σύγκρυο χάιδεψε την σπονδυλική του στήλη. Έπρεπε να πατήσει εσπευσμένα φρένο για να αποφύγει τη σύγκρουση. Αν πατούσε φρένο θα σήμαινε πως πίστευε στο όνειρο της άσχημης φίλης. Κι εκείνος δεν πίστευε από μικρός στα όνειρα. Πάτησε τέρμα το γκάζι. Αν τα όνειρα βγαίνουν αληθινά δεν ήθελε να ζει για να το πιστέψει. Εκείνος είχε αποφασίσει πως δεν πίστευε στα όνειρα και τερμάτισε το γκάζι.

Ο ήχος του φρεναρίσματος δεν προερχόταν από τη δική του μηχανή. Εκείνος δεν πίστευε στα όνειρα και είχε πατήσει γκάζι, όχι φρένο. Το μαύρο αυτοκίνητο που θα του έκοβε τη ζωή είχε πατήσει φρένο. Αν είχε πατήσει κι εκείνος φρένο, το μαύρο αυτοκίνητο θα τον έβαζε από κάτω. Εκείνος όμως δεν πίστευε στα όνειρα και είχε πατήσει γκάζι, προσπερνώντας για ελάχιστα εκατοστά το μαύρο αυτοκίνητο. Αν πίστευε στα όνειρα θα είχε πατήσει φρένο και δεν θα είχε αποφύγει τη σύγκρουση. Δεν πίστευε στα όνειρα και το όνειρο της άσχημης φίλης δεν βγήκε αληθινό. Αν πίστευε στα όνειρα θα είχε πατήσει φρένο και το όνειρο θα έβγαινε αληθινό. Επειδή δεν πίστευε στα όνειρα, το όνειρο δεν πραγματοποιήθηκε. Αν πίστευε στα όνειρα, το όνειρο θα είχε πραγματοποιηθεί. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να πιστεύει στα όνειρα.
 

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
ΑΝΑΠΑΝΤΗΤΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ
της Έφης Χαϊμάνη

….1:15 τη νύχτα ….δεύτερος μήνας νυχτερινή βάρδια ….περισσότερα χρήματα δηλαδή. Ακούω ειδήσεις για περικοπές μισθών, περικοπές σε παροχές υγείας και αναρωτιέμαι…

Τί θα γίνουμε? Πώς θα πορευτούμε? Πώς θα μπορέσουμε να τα βγάλουμε πέρα? Αναπάντητα ερωτήματα γεμίζουν το μυαλό μου. Βλέπεις τέτοιες ώρες και όταν ειδικά

χρειάζεται να μείνεις ξύπνιος, έρχονται στο νου όλα τα θέματα που αποφεύγεις μανιωδώς να σκεφτείς κατά τη διάρκεια της ημέρας, μόνο και μόνο για να μην μπλοκάρεις.

Ερχόμενη με το μετρό σήμερα για να φτάσω στην εργασία μου, είδα δύο νέα παιδιά να κάνουν «χαζομάρες» μέσα στο βαγόνι. Φώναζαν, γελούσαν δυνατά, πείραζαν τον διπλανό τους (η χαρά του παιδιού δηλαδή) και σκεφτόμουν…Ζούνε στον ίδιο κόσμο με εμάς? Δεν τους αγγίζει τίποτα? Από την άλλη σκέφτηκα οτι αυτό μπορεί να είναι και ένας αμυντικός μηχανισμός στα όσα βλέπουν. Δύο καθίσματα πιο κάτω, 25χρονη ντυμένη στην τρίχα, με την επώνυμη τσάντα στο χέρι να την κρατάει με καμάρι, με κινητό τελευταίας τεχνολογίας να στέλνει ασταμάτητα μηνύματα, με μαλλί κομμωτηρίου και καμένο από το ντεκαπάζ, χαίρεται που θα βγεί με την κολλητή της για να της γνωρίσει τον καινούργιο παίδαρο της παρέας. Παράλληλα, περνάει και ένας άνθρωπος (πολλοί θα τον αποκαλούσαν ζητιάνο) ο οποίος ζητά χρήματα σε αντάλλαγμα 2 στυλό για να μπορέσει να κάνει μια εγχείρηση το παιδί του.

Αναρωτιέμαι….τι από όλα αυτά είναι αλήθεια? Πώς τόσο διαφορετικοί κόσμοι συνδυάζονται μέσα σε ένα βαγόνι? Πώς όλοι αυτοί θα επιβιώσουν με αξιοπρέπεια? Πόσοι από αυτούς θα ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες που πολλαπλασιάζονται, χωρίς να χρειαστεί να τους χορηγηθούν υπογλώσσια για το σοκ που θα αντιμετωπίσουν, συνειδητοποιώντας τι έχουν χάσει και τι τους έχει μείνει?

Ακριβώς απέναντί μου, στέκεται όρθια μια κυρία ηλικιωμένη με κατεβασμένο το κεφάλι. Είναι πέντε λεπτά στο βαγόνι αλλά κανείς δεν προθυμοποιήθηκε να της δώσει την θέση της. Ξαφνικά πετάγομαι και της λέω «Ελάτε να καθίσετε…». «Σας παρακαλώ! μου απαντά. Αν δεν κατεβαίνετε στην επόμενη στάση δεν υπάρχει λόγος! Εσείς μπορεί να τρέχετε όλη μέρα και να είστε πιο κουρασμένη από εμένα!» . Έμεινα παγωτό! Θες οι μαύροι κύκλοι κάτω από τα μάτια μου, να πρόδωσαν την κούραση και το ξενύχτι της νυχτερινής βάρδιας? Θες ο τρόπος της φωνής μου προσφέροντάς της την θέση, ή το εγώ μου να με πρόδωσε και να κατάλαβε ότι μπορεί πραγματικά να μην ήθελα να κάτσει? Όπως και να έχει μετά από λίγο, βολεύτηκε ήρεμα και με αργούς ρυθμούς, στην θέση μου. Μου χαμογέλασε γλυκά, όπως θα μου χαμογελούσε η δική μου η γιαγιά. Με εκείνο το χαμόγελο που σε κάνει να ηρεμείς. Με το χαμόγελο που σε κάνει αυτομάτως να αντιλαμβάνεσαι ότι μπορεί να έχει περάσει τόσα πολλά αλλά πάνω από όλα είναι μια Κυρία! Δεν κουράζεται, δεν λυγίζει, καμαρώνει για αυτό που είναι!

Ανοίγω την εφημερίδα που μόλις αγόρασα, για να μπορέσω να ενημερωθώ για τα τρεχούμενα. Διαβάζω μια στήλη, η οποία πάλι ανέφερε για τις νέες περικοπές που μας ετοιμάζουν. Μετά από λίγο, νιώθω μια ζαλάδα. Λες να φταίει αυτό που προσπαθούσα να χωνέψω? Ή τελικά με «πειράζει» το διάβασμα εν ώρα κίνησης? Όπως και να’χε το σταμάτησα μονομιάς. Άρχισα να μουρμουρίζω από μέσα μου στίχους από ένα τραγούδι που άκουσα τελευταία και πολύ μου άρεσε, για να μου αποσπάσει την προσοχή. Μετράω τις στάσεις….άλλες 7 ακόμα! Έχω μέλλον σκέφτηκα! Από το Αιγάλεω να φτάσεις Αγία Παρασκευή. Ολόκληρο ταξίδι που κρατούσε ήδη τρία χρόνια. Αυτομάτως έκανα υπολογισμούς με το μυαλό μου, πόσες ώρες την ημέρα καταναλώνω για να φτάσω μέχρι τη δουλειά μου και να γυρίσω σπίτι. Τέσσερις ώρες κάθε ημέρα. Δηλαδή, 20 ώρες την εβδομάδα. Δηλαδή, 80 ώρες τον μήνα! Τι θα μπορούσα να κάνω με αυτές τις 80 ώρες άραγε?

Γιατί δεν μετακομίζεις? αναρωτήθηκα….Τόσο καιρό το λες! Κάθε φορά όμως που το παίρνω απόφαση, όλο και κάτι προκύπτει. Μια έρχεται ανεβασμένο το ρεύμα λόγω χειμώνα και τα λεφτά που έχω μαζέψει τα δίνω εκεί, μια το πετρέλαιο στα ύψη, μια ξαφνικές απολύσεις…. Άει σιχτήρ! Λέω στον εαυτό μου. Από πότε έγινες τόσο αναβλητική? Εσύ που τέτοιες αποφάσεις τις έπαιρνες στο λεπτό και τις πραγματοποιούσες στο αμέσως επόμενο? Εσύ που ρούφαγες την ζωή στο κάθε της δευτερόλεπτο, τώρα σαπίζεις σε ένα καναπέ βλέποντας την καταστροφή σου να έρχεται, βλέποντας τα όνειρά σου να χάνονται σε μια ομίχλη που σε έχει παρασύρει εδώ και πολλά χρόνια. Αντί να βγεις να περπατήσεις στον ελεύθερο χρόνο σου, να μυρίσεις όλες τις μυρωδιές που προσφέρει το κέντρο της Αθήνας, καταστρέφεις μάτια, σώμα και μυαλό, παρακολουθώντας το facebook! Αντί να οργανώσεις την ζωή σου και να την κάνεις ακόμα πιο όμορφη, βρίσκεις σιχαμερές δικαιολογίες για να παραμείνεις στη λήθη σου….Έβριζα τον εαυτό μου για αρκετή ώρα. Τόση, που έφτασα στη στάση μου….Κατέβηκα με νεύρα, λες και πριν λίγα λεπτά τσακωνόμουν με κάποιον.

Σταματώ να πάρω ένα διπλό καφέ για να μπορέσω να αντέξω στη δουλειά. Εξακολουθώ να είμαι νευριασμένη σε σημείο που πιάνω τον εαυτό μου να μιλά σε εμένα! Τώρα καταλαβαίνω αυτούς που μιλάνε μόνοι τους στο δρόμο και όχι δεν φοράνε handsfree! Κάνω μια στάση στο περίπτερο για καπνό. Ο περιπτεράς έχει όρεξη και αρχίζει και μου αφηγείται, λες και τον ρώτησα, τα πρωινά νέα που εγώ έχασα διότι κοιμόμουν. Τον ακούω αποσβολωμένη, απολαμβάνοντας τον πρώτο καφέ της «ημέρας». Κουνάω το κεφάλι καταφατικά σε ότι και αν λέει και αφού κάνουμε και ένα τσιγάρο κάνω να φύγω και μου φωνάζει: «Πάλι βράδυ δουλεύεις ρε κορίτσι? Πώς θα βρεις γαμπρό με τέτοια ωράρια?». Αυτό μας μάρανε, σκέφτομαι από μέσα μου. Εδώ καλά - καλά δεν μπορούμε να συντηρήσουμε τον εαυτό μας, ο γαμπρός μας έλειπε! «Αφήστε τα κύριε Σταύρο!» απάντησα «τα καλά παιδιά έχουν χαθεί, τα πήρε το τρένο!». Τον χαιρετώ βιαστικά για να προλάβω και κατευθύνομαι στο γραφείο.

Αντικρίζω τους συναδέλφους μου και νιώθω ηλεκτρισμένη την ατμόσφαιρα… «τι έγινε ρε παιδιά?» ρωτάω. «Άστα! μου απαντούν «έδιωξαν τον τάδε…». Όχι ρε γαμώτο, λέω. Και αφού μου αφηγούνται και αυτοί ότι δεν υπήρχε λόγος που τον έδιωξαν, απλά λόγω κρίσης στρογγυλοκάθομαι στην χιλιοχρησιμοποιημένη καρέκλα μου, που για να αντέξω το οκτάωρο καθισιό φέρνω και μαξιλάρι για την μέση μου από το σπίτι και όταν μένω μόνη μου αρχίζουν να έρχονται στο μυαλό μου όλα τα ερωτήματα της ημέρας….

Αρπάζω ένα χαρτί και ένα στυλό και αρχίζω να γράφω τα πράγματα που θέλω να κάνω για να μπορέσω να ενεργοποιηθώ πάλι, να ξαναβρώ τον εαυτό μου. Σημειώνω τις λέξεις, γυμναστήριο – περπάτημα, μετακόμιση, να χάσω μερικά κιλά, να αρχίσω ξανά ζωγραφική που τόσο μου άρεσε, να αρχίσω και πάλι να βγαίνω, να βοηθήσω ανθρώπους που έχουν πραγματική ανάγκη. Μεμιάς ένιωσα πιο γεμάτη! Ένιωσα πιο ζωντανή! Ένιωσα ότι ζω! Ένιωσα ότι έχω έναν στόχο!

Μετά από λίγες ημέρες πήρα δραματικές αποφάσεις! Έκοψα το facebook και δήλωσα στους «πραγματικούς φίλους» ότι αν με αναζητήσουν μόνο στο κινητό πλέον. Άρχισα να περπατάω πιο συχνά, κατέβαινα 2 στάσεις πριν την δουλειά μου και το έκοβα στο ποδαρόδρομο, με αποτέλεσμα να αρχίσω να χάνω λίγα κιλά. Τις επόμενες εβδομάδες το κινητό μου δεν σταμάτησε να χτυπά από όλους αυτούς τους φίλους που τόσο καιρό επειδή μάθαιναν τα νέα μου από το ίντερνετ, δεν έμπαιναν καν στο κόπο να με καλέσουν. Μάζεψα σε κούτες όλα σχεδόν τα πράγματα του σπιτιού και είμαι στην αναζήτηση νέου και αποφάσισα να πάρω και ένα σκυλάκι από τα αδέσποτα. Γράφτηκα σε φιλανθρωπική οργάνωση και βοηθάω όποτε μπορώ σε συσσίτια ανθρώπων που έχουν ανάγκη.

….Ύστερα από λίγο καιρό….Μπαίνω στο μετρό με μια φίλη που νωρίτερα είχα βγει μαζί της για καφέ, και κατευθυνόμαστε προς τη δουλειά. Είπαμε! Νυχτερινή βάρδια – περισσότερα χρήματα!

Πιάνω τον εαυτό μου να χαζογελά με την φίλη μου, να λέμε αστεία, να σχολιάζουμε ανόητα κορίτσια και ξαφνικά τρώω το φλάς! Συνειδητοποιώ ότι συμπεριφέρομαι σαν εκείνα τα παιδιά που είχα δεί πριν καιρό στο ίδιο μετρό…..και τα σχολίαζα….Τι ειρωνεία τελικά?

Μπορεί τελικά, σύντροφο να μην βρήκα και ο κος Σταύρος ο περιπτεράς, να εξακολουθεί να μου προξενεύει τον 30χρονο ανηψιό του, που είναι άνεργος με κάποιο τικ, αλλά καλό παιδί πάνω απ’ολα, μπορεί αυτή η ιστορία να μην κερδίσει κανένα βραβείο, αλλά τουλάχιστον κατάφερα να βρω την ενέργειά μου ξανά, να νιώσω χρήσιμη σε όσους το χρειάζονται, να βλέπω τους φίλους μου πιο συχνά και να αρχίσω να ονειρεύομαι πάλι!

Γιατί όπως και να το κάνουμε….το θέμα δεν είναι πόσα αναπάντητα ερωτήματα γεννιούνται καθημερινά αλλά τι κάνουμε για να ζούμε λιγότερο ανώδυνα και περισσότερο ποιοτικά.
 

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα το ρολόι,
οκτώ η ώρα. Ξημέρωσε λοιπόν και αυτή η
μέρα. Με τα μάτια μισόκλειστα, φόρεσα τις
παντόφλες μου και σηκώθηκα να ανοίξω τα
παντζούρια και να πω μια καλημέρα στην
ημέρα. Δεν ξέρω γιατί αλλά είναι μελαγχολική σήμερα. Ήθελα να την ρωτήσω τι έχει αλλά με
την Κυριακή είχαμε τσακωθεί παλιότερα
επειδή δεν διαρκούσε περισσότερο και δεν
ήθελα να ξυπνήσω μνήμες. Τράβηξα τις
κουρτίνες και πήγα να ντυθώ για να πάω να
πάρω εφημερίδες. Ντύθηκα καλά γιατί άκουσα χθες το βράδυ
στις ειδήσεις πως θα κάνει αρκετό κρύο. Με το
που άνοιξα την πόρτα κατάλαβα πως είχαν
απόλυτο δίκιο. Πω πω κρύο, ίσως γι αυτό δεν
βγήκε ο ήλιος σήμερα, θα ξέχασε πάλι το
παλτό του. Κατέβηκα αργά τα σκαλιά γιατί γλιστρούσαν αρκετά από την υγρασία και
ξεκίνησα να βαδίζω. Όταν έφτασα στην γωνία
είδα ένα κοριτσάκι. Ήταν πολύ όμορφο. Είχε
μεγάλα καφέ μάτια, τα μαλλιά του τα είχε κάνει
κοτσιδάκια και φορούσε ένα όμορφο
λευκό μπουφάν. Δύο πράγματα μου έκαναν εντύπωση σε αυτό το κοριτσάκι, το ένα ήταν
πως δεν χαμογελούσε. Το άλλο, πως για
κάποιο λόγο με κοίταζε πολύ έντονα. Με έβλεπε με αυτά τα μεγάλα, αθώα, καφέ
μάτια λες και προσπαθούσε να μου πει ότι
ξέρει. Τι ήξερε όμως και γιατί προσπαθούσε
μέσα από αυτό το διαπεραστικό βλέμμα να
μου το πει; Κούνησα το κεφάλι μου σε μια
προσπάθεια μου να ταρακουνήσω τις σκέψεις και να διαλυθούν, έβαλα τα χέρια στις τσέπες
και κατευθύνθηκα προς το περίπτερο. Αφού πήρα τις εφημερίδες μου, ένα περιοδικό
μόδας και καραμέλες πήρα τον δρόμο του
γυρισμού για το σπίτι. Άραγε θα έβλεπα ξανά
το κοριτσάκι; Ευτυχώς ή δυστυχώς – δεν είμαι
απόλυτα σίγουρη ότι ξέρω πως ένιωσα- το
κοριτσάκι δεν ήταν εκεί που το συνάντησα πριν. Μόλις έφτασα στην γωνία του σπιτιού
μου είδα έκπληκτη πως με περίμενε στα
σκαλιά μου. Την πλησίασα επιφυλακτικά. -Γλυκιά μου, μην κάθεσαι κάτω θα κρυώσεις. Χαμογέλασε με έκπληξη λες και πρώτη φόρα το
άκουγε αυτό. Λες και πρώτη φορά κάποιος την
έδειξε πως νοιάζεται γι αυτήν. -Μου έλειψες, έχεις αλλάξει και στην αρχή δεν
ήμουν σίγουρη ότι είσαι εσύ. -Με ξέρεις από κάπου μικρή μου; -Και εσύ με ξέρεις. -Όχι, δεν το νομίζω. -Πολλά δεν νόμιζες και όμως συνέβησαν. -Ορίστε; Η μικρή άρχισε να μου απαριθμεί τα λάθη μου.
Ήξερε για φιλίες που νόμιζα πως θα
κρατήσουν, για στιγμές που γέλασα, για ώρες
που έκλαψα, για μέρες που πόνεσα για όλα. Δεν
ήξερα τι να πω, είχα μπερδευτεί, είχα τρομάξει.
Πως θα μπορούσε αυτό το μικρό κοριτσάκι να τα γνωρίζει όλα αυτά; Απλά, δεν θα μπορούσε.
Δεν τα ξέρει κανείς. Μέσα στην σιωπή οι
σκέψεις μου παραληρούσαν μέχρι που η μικρή
αποφάσισε να μιλήσει. -Με ξέρεις, με θυμάσαι απλά φοβάσαι να
το παραδεχθείς. Βλέπεις πόσο άλλαξες; Εσύ δεν
φοβόσουν. Γιατί άφησες τους “φίλους” να σε
πληγώσουν; Αφού το ήξερες πως θα το έκαναν.
Γιατί άφησες τους “συγγενείς” να σε
πληγώσουν; Αφού το ήξερες πως δεν σε αγαπούν. Γιατί άφησες το μέλλον να σε
τρομάξει; Αφού ήξερες πως θα συνέβαινε. Γιατί
άφησες τον κόσμο να σε αλλάξει; Αφού ήξερες
πως δεν έπρεπε. Πως είναι δυνατόν να άφησες
την ζωή να σε πληγώσει; Είσαι έξυπνη, είσαι
δυνατή. -Όχι, δεν είμαι. Το απέδειξα. -Τίποτα δεν απέδειξες. Τίποτα. Εκ τους
ασφαλούς παίζεις, ενώ το παιχνίδι ήταν δικό
σου. Θα χάσεις, γιατί φοβάσαι, γιατί τους
άφησες να σε φοβίσουν. Α, για τον ίδιο λόγο
δεν άφησες και τον Έρωτα να γεννηθεί. Γιατί
φοβήθηκες πως αν σου χαμογελούσε και του ανταπέδιδες το χαμόγελο ίσως στο μέλλον να
σε πλήγωνε. Το ομολογώ, ξέρεις πολλά. Δεν τα
ξέρεις όλα. Ρίσκαρε, το αντέχεις, το ξέρω καλά. -Όχι, δεν το ξέρεις, είσαι μικρή. Εμείς οι
μεγάλοι.. -Είμαι τόσο μικρή, όσο η πιθανότητα να μην τα
καταφέρεις. Άκουσε με, σε παρακαλώ.
Προσπάθησε να γίνεις όπως παλιά. Θυσίασες,
στιγμές, ευκαιρίες, όνειρα απλά και μόνο για
να χαμογελάσουν εκείνοι. Τον εαυτό σου μη, μην τον θυσιάζεις σε ικετεύω. Α! Και προχθές που είπες πως κανείς δεν σε αγαπάει… Θέλω να ξέρεις πως εγώ σε αγαπώ. Χαμογέλα! …πρέπει να φύγω τώρα. Να θυμάσαι αυτά που σου είπα. -Περίμενε που πας; Δεν μου είπες καν από που
σε ξέρω τελικά. -Ο εαυτός σου είμαι χαζή αλλά δεν θα με
άκουγες αλλιώς. Φεύγω. Ήρθε η ώρα να
ξυπνήσεις. Άνοιξα τα μάτια μου και ένιωθα τόσο
κουρασμένη, λες και έτρεχα χιλιόμετρα στον
ύπνο μου να προλάβω να βγω νικήτρια σε
έναν αγώνα δρόμου με έπαθλο την ζωή. Τι
όνειρο και αυτό. Πάντως το κοριτσάκι στον
ύπνο μου είχε ένα δίκιο. Ήρθε η ώρα να ξυπνήσω…
Καλημέρα Κόσμε
 

Μελωδία.

Πρώην Game Admin
Γιατί κάθε αγάπη ξεκινάει με έναν έρωτα.
Κάθε Έρωτας ξεκινάει με ένα βλέμμα, τα μάτια
όμως αν και είναι δυο μπερδεύονται συχνά
και παρασύρονται. Και σε παρασέρνουν και
εσένα καμιά φορά σε χείμαρρους από δάκρυα,
σε νύχτες αξημέρωτες και αποτσίγαρα πολλά.
Μα κανενός τσιγάρου ο καπνός δεν στάθηκε δάσκαλος σωστός για να σου μάθει πως
ξεχνάς τα μάτια που σε έκαναν να αλλάξεις τις
προτεραιότητες των σκέψεων σου. Μα ας μην το πάω τόσο θεωρητικά. Θα μιλήσω
απόψε σε μια φίλη. Γιατί υπερασπίστηκα το
δικαίωμα της στην επιλογή και κρίθηκα
ένοχη. Κανείς δεν ξέρει ποια είναι η Μοίρα του. Όπως
κανείς δεν ξέρει ποια είναι η αδερφή ψυχή του
(αν τελικά υπάρχει αυτή η έννοια). Υποθέσεις
κάνεις. Υποθέτεις λοιπόν πως για να σκιρτήσει
η καρδιά σου στην όψη μίας άλλης καρδιάς
κάτι είδε, κάτι αναγνώρισε. Την εμπιστεύεσαι και περπατάς στον δρόμο που χαράζει. Μπορεί
να φτάσεις στον γκρεμό μπορεί όμως να
φτάσεις και στον Παράδεισο (όχι μέσω
γκρεμού προλαβαίνω τους κακόβουλους). Πολλές φορές το μυαλό σου χειριζόμενο τις
τεχνικές της λογικής θα σου πει να
σταματήσεις εκεί που είσαι και να απολαύσεις
το τοπίο τριγύρω αφού πίσω δεν μπορείς να
γυρίσεις. Η καρδιά σου λέει όμως προχώρα.
Και εγώ πιστεύω πως τα βήματα αυτά που το μυαλό σου βγάζει λάθος είναι τα πιο σωστά,
γιατί όποιος μετρά τον έρωτα και όσα για
αυτόν θα πράξει, δεν του αξίζει να τον ζει. Κι αν
είναι λάθος άνθρωπος τι να κάνεις αυτόν
ερωτεύτηκες, φτάσε λοιπόν μέχρι εκεί που εσύ
θες και μπορείς. Αν δεν τα καταφέρεις, τουλάχιστον εσύ προσπάθησες. Εσύ
διεκδίκησες την ευτυχία σου, απλά εκείνη έχει
άλλα σχέδια. Τώρα μπορεί ο άλλος να μην
ανταποκρίθηκε εσύ έχασες μια ευκαιρία
εκείνος ίσως και να απέρριψε εν αγνοία του
την αγάπη την ίδια. Δικό του λάθος όχι δικό σου. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας δυστυχώς δεν σε
αφήνει να απομυθοποιήσεις το αντικείμενο
του πόθου σου και σε οδηγεί σε μονοπάτια
πόνου από τα οποία βγαίνεις δύσκολα. Ο
ρωμαίος φιλόσοφος Σενέκας, είπε για τον
Έρωτα : “ Si vis amari, ama” που σημαίνει αν θες να σε αγαπούν, να αγαπάς. Το ότι εσύ όμως θα αγαπήσεις δεν σημαίνει απαραίτητα
πως θα σε αγαπήσουν, δηλαδή η παραπάνω
φράση δεν επαληθεύεται αμφίδρομα. Τι κι αν οι φίλοι σου και όσοι σε αγαπούν σου
λένε «Μη», εσύ το νιώθεις. Τα βράδια που
ξαγρυπνάς κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο
τους άδειους δρόμους που θυμίζουν ένα
σκίτσο της ψυχής σου που έκανε ένας
πλανόδιος ζωγράφος αυτό το «μη» χάνεται μέσα στην νύχτα σαν κλέφτης που δεν
κατάφερε να αρπάξει την λεία του. Είναι κάτι στιγμές που τα τραγούδια
κατηγορούν τους φόβους και τρυπούν την
ψυχή σου με τις ουτοπίες ή την στήριξη τους
σε μια πορεία εναλλάξ για να σε κρατά σε
εγρήγορση και εσύ δεν έχεις κάτι να
καταρρίψεις τα επιχειρήματα τους μόνο κλαις για όσα δεν έζησες και μάλλον δεν θα ζήσεις.
Όταν η αναπνοή σου μυρίζει αλκοόλ εκεί
κοντά ο Έρωτας γελά για όσα σου στέρησε ή
για καλό ή κατά λάθος. Στα πόσα μπουκάλια
άραγε ξεχρεώνεις;! Μα δεν χρωστάς, δεν σου
χρωστάνε και όμως η ζωή σου θα σε ξεπληρώσει δυο γωνίες παρακάτω. Κανένας έρωτας δεν είναι εξ’ αρχής
ανεκπλήρωτος. Γι αυτό πιστεύω πως πρέπει να
το κυνηγάς και όπου πάει. Αν θες να του
στείλεις μήνυμα κάνε το, αν θες να πάς να τον
βρεις πήγαινε. Μην κάθεσαι παθητικά να δεις
τις εξελίξεις, βοήθησε τις εσύ να πάνε εκεί που θέλεις και αν δεν πάνε δεν πειράζει, δώσε τους
τις ευχές σου και άλλαξε πορεία. Μην
θρηνήσεις δεν έχασες κάτι, ποτέ δεν το είχες,
πήγαινε λοιπόν παρακάτω ίσως να βρεις κάτι
καλύτερο που θα ‘ναι δικό σου, μόνο δικό σου,
ψυχή και σώμα. Πίσω από κάθε βουνό, υπάρχει μια στροφή που θα σε πάει εκεί που
πρέπει. Να γιατί υπερασπίστηκα το δικαίωμα στην
επιλογή, γιατί είναι ρίσκο που παίρνεις το αν
θα κυνηγήσεις το όνειρο σου στην αγάπη ή
όχι. Και ως γνωστόν οι μεγάλες επιτυχίες και
οι μεγάλες αγάπες θέλουν και μεγάλο ρίσκο.